Συχνά θυμάμαι μια ανατολή που δεν έζησα ποτέ,

που ο ουρανός και η θάλασσα είχαν τα πιο όμορφα χρώματα

που μπορεί να χωρέσει ο νους σου

και ήμασταν όλα όσα δεν μπορούμε,

από τα ανοιχτόχρωμα ρούχα μας

-κλεμμένα από κάποια διαφήμιση-

μέχρι την ελευθερία μας να λέμε ό,τι σκεφτόμαστε

χωρίς φόβο, χωρίς απώτερο σκοπό.

 

Αυτή η ανάμνηση ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μου

και με πικραίνει που δεν μπορώ να είμαι καλύτερη,

γιατί έχω πάντα ετούτο το θόρυβο

να σιγοντάρει μέσα στο μυαλό μου,

να είμαι πιο επαρκής στις υποχρεώσεις

πιο σκληρή μέσα μου, πιο ανθρώπινη έξω μου

και αρκετά ελεύθερη ώστε να μη χρειάζεται

να σκέφτομαι τίποτε απ’όλα αυτά.

 

Αν ζούσαμε εκείνο το πρωινό θα ήμασταν άλλοι,

σίγουρα όχι εμείς, οι καθηλωμένοι.

Θα ονειρευόμασταν δίχως ενοχή,

θα τηρούσαμε πιο αθώες σιωπές

και επιτέλους -επιτέλους θα κοιμόμουν

χωρίς εφιάλτες ή φόβους.

 

Δεν έχω άλλο να σου πω, παρά μόνο ότι ξέρω

μα αυτό δεν θα πει πως καταλαβαίνω

και πως αποφεύγω να ακούω μουσική

γιατί πάντα ακούω την ίδια

που μου θυμίζει εκείνο το πρωινό

που δεν θα έρθει.

 


Να μιλήσουμε για τον καιρό,

για τους σεισμούς,

για τη δουλειά, τις γάτες μου

και να γελάσουμε με μαλακίες.

Να χαρείς όμως, μην μιλήσουμε για το καλό μου.


Τόσο καλό δεν το χωράει η ψυχή μου.



During these moments of utter silence,

when I only hear the heavy breathing of a foolish beast

I keep thinking of long, sunny days and of gatherings

that occurred a year ago or two, perhaps just today.

I cannot, then, help but reckon the potential

of each one of those days and those moments

I can no longer embrace.

I grew to deify all that could be

given altered conditions,

and I grew to fathom the realm of possibility

that lay on sealed lips and in motionless arms,

but never did I conceive that what was not uttered

never really was in the end.


Thus, during these moments of utter silence,

I recall the hermit I once came to know,

who drew a majestic vision in the night sky

a blessed existence I could be bestowed with,

to exhibit a future yet to be fought for.

He composed an enviable image

I could not turn my stare away from

and as I admired this dormant reality

he leaned towards me and mercilessly whispered

“hush, little gal, go away now

and adore the potential no more.”


 

Και οι στίχοι με περισσή προσπάθεια και σίγουρα μερικά λάθη:

 

Nothing as dull as hearts that live on their beat
Ηow I wretch off this disease?
My head bent, twisted and turned
Its eyes glitter the round
Gold was in the air, or so it seemed

Almost silver
Almost silver
Almost silver

Sneaking up from behind and then starting to breathe
At night during dreams
And silver rose as sunshine
And so fueled mind and space
Oh, I fed the stars until nothing remained

Gather in the sunset
It still should be told
Unfortunately, courage lacked
So I danced until the morning
When the world begins again
And gold lifts her head

Almost silver
Almost silver
Almost silver

Losing track of riddance
So spare me now
Instead I wished I’d lost control
So close your eyes and shiver
And bury the sky in the sand
The shadeless dream in shadowland

Hazy life hazily
Nonetheless fettered it burns
Too soon to yield
And too much to curse

Sleeping and smiling my scenes of malady of old
Whispers and hums every time, again
Oh, silver rise and sunshine
And meet me there in the flames
At night every time, again

Seeing is believing,
But I saw nothing at all,
but night and nothing but gold

Almost silver
Almost silver
Almost silver

 

-Σήμερα ο γάτος μου *παύση* τι έκανε ρε.

-Τι;

-Όλο το πρωί καθόταν στο μπαλκόνι και πηδούσε πάνω στη μπαλκονόπορτα… *Παύση. Μεγάλη.*

..Και προσπαθούσε ρε ‘συ.. *παύση* ..να πιάσει ένα μυγάκι.. Και το μυγάκι ήταν από τη μέσα πλευρά!

*Επεξεργασία-Κατανόηση, βλέμμα στο κενό*

-Κι εμείς αυτό κάνουΜΕΕΕΕΕΕ


Θαρρείς πως δεν θα έρθει και για εσένα εκείνη η χρονική στιγμή που δεν θα υπάρχει τίποτε καινούργιο να γράψεις. Όσο πολεμάς και προσπαθείς να προχωρήσεις λίγο παραπέρα, όσο ερωτεύεσαι και σχετίζεσαι, όσο περπατάς με ρυθμό αδιάκοπο, θαρρείς πώς δεν θα ‘ρθει η ώρα που θα δεις ξεκάθαρα πως ό,τι κάνεις, το κάνεις από κεκτημένη ταχύτητα. Κι όταν θα τρως τα μούτρα σου νομίζεις πως θα έχεις τουλάχιστον αρκετό πόνο για να τον κάνεις έμπνευση κι όταν θα μεθάς, αρκετή τρέλα για να την κάνεις τέχνη. Αλήθεια, θα έρθει η μέρα που κανένα συναίσθημά σου δεν θα είναι καινούργιο, κάθε λύπη, κάθε χαρά θα είναι συγκρίσιμη, κάθετι νέο γύρω σου θα ακολουθεί την ίδια προδιαγεγραμμένη πορεία – και τότε θα καθήσεις για ώρα στο γραφείο σου και θα κοιτάζεις ένα λεύκο χαρτί με μισό μάτι, γιατί, παρέλειψα να σου πω, και ο μηδενισμός που θα ασπάζεσαι θα είναι κλισέ.

Και τι θα γράψεις τότε για τις βραδινές σου βόλτες, για τις μοναχικές σου νύχτες, για τους κρυφούς σου πόθους – τι θα γράψεις τελικά για τη ζωή σου; Πως είναι όλα ίδια, από πριν γεννηθείς και αφού θα υπάρξεις, πως οι αλλαγές θέλουν δυο και τρεις ζωές και δεν θα προκάμεις.

Θαρρείς δεν θα ‘ρθει και για εσένα εκείνη η στιγμή που δεν θα υπάρχει τίποτε καινούργιο να γράψεις;

Γελιέσαι.

 

 

Το “μετά” λες δεν υπάρχει, κι όμως
Μήπως απλώς ως εκεί σε βαστάνε τα κότσια σου;

 

-Να σου πω κάτι; Ωραία φιλοσοφούμε τη ζωή μας αλλά σε τελική ανάλυση, όπως είπε ο Schopenhauer, ό,τι κάνουμε δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ξεχάσουμε την πορεία μας προς το θάνατο.

-Αλήθεια είναι αυτό.

-Και δεν τα σκεφτόταν απλώς, τα έγραφε κιόλας, να τα διαβάσουν κι άλλοι.

-Γαμήσέ τα. Τι τα γράφεις, πήγαινε ψόφα μόνος σου ρε πούστη.

-Ναι αλλά, αν είναι μόνο το τέλος που έχει σημασία τότε και το σεξ τι διαφορά έχει από την αυτοϊκανοποίηση; Δεν με νοιάζει το τέλος. Θέλω μόνο να πάψω πια να προσπαθώ αενάως για μια πιο όμορφη πορεία.

 

We are but the spoiled figures

of a man so great he dares fall asleep

and let his inner self dream of forbidden truths

like the one I have been hiding from or rather

secretly holding on to,

that sometimes it is not preferable to try and miss,

oftentimes it is essential to hope and give in

and it is obligatory to distinguish between the two.

 

We are but the amusement of a man so great

he dares channel his needs to that which is reachable

so that no excuse should ever be enough

and no end ever be a means for him to rely on,

to depend upon

and dismiss the effort.

 

You are the indistinguishable, the hollow end

of my sleepless nights, when I toy with the idea

of being so great as that ideal I reflect poorly

and I carry concealed within me

throughout long days and throughout insidious dreams

that bless me with your presence

and sadden me upon the awakening.

 

You are all that which I respect and therefore I despise

for I know it is not your ideal which keeps you grounded,

but your cowardice

and I’ve seen the way you cloak what lies beneath,

I know the way you perceive the sounds and the murmurs,

I’ve seen the repressed man that you are.

 

You will close your eyes and dream as I command.

 

 

Σε είδα σήμερα σε έναν καθρέφτη την ώρα που έπλενες τα χέρια σου

και σκέφτηκα πως φεύγουν οι μέρες σου σαν το νερό που τρέχει ανάμεσα από τα δάχτυλά σου

και πως θα περάσουν τα χρόνια σου όπως πέρασαν όλα τα προηγούμενα

γρήγορα και ανούσια,

χαμένα σε μια αναζήτηση αόριστη.

Σε είδα που κοιτούσες τα μικρά παιδιά και υπολόγιζες τις ευκαιρίες που θα ‘χουν

και τους πιθανούς δρόμους που ξανοίγουν μπροστά στα πόδια τους,

εκείνους που πια δεν μπορείς να ακολουθήσεις.

Αναστέναξες κρυφά,

πιθανότατα όταν σκέφτηκες τις μάταιες, τις εφηβικές αναζητήσεις σου.

Δεν λέω, το ταξίδι είναι ωραίο,

αλλά πρέπει κάποτε να υπάρχει κι ένας προορισμός

για να δικαιολογήσεις τις ρυτίδες των χεριών σου.

 

 

 

 

 

Μπορούμε πάντα να ισχυριζόμαστε ότι η μοναξιά είναι επιλογή, αλλά κάποτε έρχεται ένα μελαγχολικό απόγευμα μιας Τρίτης που κάποια αδιανόητα όμορφη μελωδία συνοδεύει τη μοναχική σου βόλτα με το αυτοκίνητο.

Και αυτή τη μελωδία πρέπει να την σιγοτραγουδήσουμε μαζί γιατί οι επιλογές δεν μπορούν να είναι πάντα εύκολες.